top of page
Αναζήτηση

Μια σύγχρονη ματιά στην Τηλεϊατρική

31 Αυγ
διαβάστηκε 5 λεπτά

Ενδοκρινολόγος σε τηλεϊατρική συνεδρία με ασθενή μέσω υπολογιστή

Πριν από μερικά χρόνια είχα γράψει ένα άρθρο για την τηλεϊατρική, σε μια περίοδο κατά την οποία η πανδημία είχε αλλάξει απότομα τον τρόπο με τον οποίο γιατροί και ασθενείς επικοινωνούσαμε. Στο άρθρο εκείνο ήμουν αρκετά επιφυλακτικός απέναντι στην ιδέα ότι η εξ αποστάσεως επικοινωνία θα μπορούσε να αντικαταστήσει την κανονική ιατρική παρακολούθηση.


Δεν νοείται τηλεϊατρική χωρίς ιατρική.


Η βασική μου θέση δεν έχει αλλάξει. Έχουμε όμως πλέον περισσότερα χρόνια εμπειρίας, καλύτερα ψηφιακά εργαλεία και περισσότερα δεδομένα για το πού πραγματικά μπορεί να βοηθήσει η τηλεϊατρική και πού βρίσκονται τα όριά της.


Η Endocrine Society (Αμερικανική Ενδοκρινολογική Εταιρεία) έχει επισημάνει ότι η Ενδοκρινολογία είναι μια ειδικότητα που προσφέρεται ιδιαίτερα για την τηλεϊατρική. Σε πολλές ενδοκρινολογικές παθήσεις, σημαντικό μέρος της ιατρικής απόφασης βασίζεται στο ιστορικό, στις εργαστηριακές και απεικονιστικές εξετάσεις και στη μακροχρόνια παρακολούθηση. Αυτό μπορεί να ισχύει, για παράδειγμα, σε έναν ασθενή με θεραπευμένο υποθυρεοειδισμό, σε διαταραχές των λιπιδίων ή του μεταβολισμού των οστών και σε αρκετές άλλες χρόνιες ενδοκρινολογικές παθήσεις.


Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Τα συστήματα συνεχούς καταγραφής γλυκόζης (Continuous Glucose Monitoring - CGM) μπορούν σήμερα να μας δώσουν, ακόμη και από απόσταση, μια αναλυτική εικόνα της πορείας της γλυκόζης σε ολόκληρο το 24ωρο, των διακυμάνσεων και των υπογλυκαιμιών, αλλά και της ανταπόκρισης σε αλλαγές της θεραπείας. Παράλληλα, στην Ελλάδα η άυλη συνταγογράφηση έχει πλέον ενσωματωθεί πλήρως στην καθημερινή πρακτική, ενώ η αποστολή και συζήτηση εργαστηριακών εξετάσεων είναι πολύ ευκολότερη από ό,τι στο παρελθόν.


Έτσι, η επανεκτίμηση ενός γνωστού ασθενούς, η συζήτηση των αποτελεσμάτων του ή ορισμένες προσαρμογές της θεραπείας μπορούν σε αρκετές περιπτώσεις να γίνουν αποτελεσματικά εξ αποστάσεως. Αυτό δεν σημαίνει ότι το τηλεραντεβού είναι μια “μικρότερη” εκδοχή της επίσκεψης στο ιατρείο. Όταν χρησιμοποιείται στην κατάλληλη περίπτωση, είναι απλώς ένας διαφορετικός τρόπος πραγματοποίησης της ιατρικής επίσκεψης.


Στη δική μου πρακτική υπάρχει και ένα ακόμη σημαντικό όφελος. Η τηλεϊατρική μού επιτρέπει να παρακολουθώ ασθενείς που ζουν μακριά από την Αθήνα, ορισμένες φορές σε περιοχές με περιορισμένη ενδοκρινολογική κάλυψη. Το ίδιο ισχύει για ασθενείς που ζουν στο εξωτερικό, ιδιαίτερα σε χώρες όπου το σύστημα υγείας βασίζεται περισσότερο στην πρωτοβάθμια φροντίδα και στον γενικό ιατρό και η πρόσβαση στον ειδικό μπορεί να είναι δύσκολη ή να απαιτεί μεγάλη αναμονή.


Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν πρόκειται απλώς για την ευκολία αποφυγής μιας μετακίνησης. Πρόκειται για ευκολότερη πρόσβαση σε εξειδικευμένη ιατρική φροντίδα. Σε αυτό δίνει ιδιαίτερη έμφαση και η Endocrine Society, ειδικά για ανθρώπους που ζουν σε απομακρυσμένες περιοχές ή αντιμετωπίζουν δυσκολίες μετακίνησης. Είναι ενδιαφέρον ότι η Endocrine Society συνέχιζε και το 2024, αρκετά μετά την οξεία περίοδο της πανδημίας, να υποστηρίζει ενεργά τη διατήρηση της πρόσβασης στην τηλεϊατρική, αναφέροντας μάλιστα ότι η Ενδοκρινολογία συγκαταλέγεται στις ειδικότητες με ιδιαίτερα εκτεταμένη χρήση της στις ΗΠΑ.


Όλα αυτά, βέβαια, δεν αναιρούν τη σημασία της κλινικής εξέτασης. Δεν εξετάζεται ένας άνθρωπος μέσα από μια οθόνη. Η ψηλάφηση του θυρεοειδούς, η εξέταση του διαβητικού ποδιού, οι ανθρωπομετρικές μετρήσεις, η μέτρηση της σύστασης σώματος και πολλά ακόμη στοιχεία της ενδοκρινολογικής εξέτασης απαιτούν τη φυσική παρουσία του ασθενούς. Και η ανάγκη αυτή δεν εξαφανίζεται επειδή ένας ασθενής μπορεί για ένα διάστημα να παρακολουθείται αποτελεσματικά εξ αποστάσεως. Επιπλέον, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες η προσωπική επαφή στο ιατρείο έχει τη δική της αξία: η φυσική παρουσία και η άμεση επικοινωνία με τον γιατρό μπορούν να προσφέρουν στον ασθενή ένα επιπλέον αίσθημα ασφάλειας και υποστήριξης, που δεν μεταφέρεται πάντοτε με τον ίδιο τρόπο μέσα από μια οθόνη.


Γι' αυτό και σήμερα θεωρώ λιγότερο χρήσιμο το δίλημμα «τηλεϊατρική ή ιατρείο». Το ουσιαστικό ερώτημα είναι ποια μορφή επίσκεψης είναι καταλληλότερη για τον συγκεκριμένο ασθενή, στη συγκεκριμένη φάση της παρακολούθησής του. Αυτή είναι ουσιαστικά και η προσέγγιση της Endocrine Society: ένα εξατομικευμένο, υβριδικό μοντέλο, στο οποίο οι επισκέψεις στο ιατρείο και τα τηλεραντεβού συνδυάζονται ανάλογα με τις ανάγκες του ασθενούς.


Από το πρώτο μου άρθρο μέχρι σήμερα, όμως, έχει μεσολαβήσει και μια άλλη εξέλιξη που πιθανότατα θα επηρεάσει την Ιατρική ακόμη περισσότερο τα επόμενα χρόνια: η ταχύτατη ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης και ιδιαίτερα των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων (Large Language Models, LLMs). Οποιοσδήποτε μπορεί πλέον μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να ζητήσει από ένα τέτοιο σύστημα να ερμηνεύσει τις εξετάσεις του, να του εξηγήσει μια διάγνωση, να σχολιάσει τη θεραπεία του ή να του προτείνει περαιτέρω έλεγχο.


Η αξία αυτών των εργαλείων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούνται: μπορούν να είναι ιδιαίτερα χρήσιμα, αλλά και να οδηγήσουν σε λανθασμένα συμπεράσματα όταν χρησιμοποιούνται χωρίς το κατάλληλο ιατρικό πλαίσιο. Η πρόσβαση στην ιατρική πληροφορία μπορεί να βοηθήσει έναν ασθενή να κατανοήσει καλύτερα ένα πρόβλημα υγείας και να συμμετέχει περισσότερο στις αποφάσεις που τον αφορούν. Οι ίδιες τεχνολογίες μπορούν άλλωστε να είναι πολύ χρήσιμες και για τους επαγγελματίες υγείας. Χρειάζεται όμως να διαχωρίσουμε την πρόσβαση στην πληροφορία από την ιατρική κρίση.


Μια εργαστηριακή τιμή δεν ερμηνεύεται ανεξάρτητα από τον άνθρωπο στον οποίο ανήκει και η επιλογή των εξετάσεων δεν είναι μια λίστα που εφαρμόζεται μηχανικά σε όλους. Το ιστορικό, η ηλικία, τα συμπτώματα, η κλινική εξέταση, η προηγούμενη πορεία και η θεραπεία αλλάζουν την ερμηνεία των ίδιων δεδομένων. Ένα LLM μπορεί επομένως να είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο ενημέρωσης, αλλά αυτό είναι πολύ διαφορετικό από τη χρήση του ως μέσου αυτοδιάγνωσης ή ως υποκατάστατου της τακτικής ιατρικής παρακολούθησης.


Υπάρχει επίσης μια δεύτερη πλευρά της χρήσης αυτών των συστημάτων που πιστεύω ότι θα μας απασχολήσει όλο και περισσότερο: τα προσωπικά δεδομένα υγείας. Είναι πολύ εύκολο σήμερα να ανεβάσει κάποιος σε ένα σύστημα AI τις εργαστηριακές του εξετάσεις, τις διαγνώσεις, τα φάρμακά του ή ακόμη και μεγάλο μέρος του ιατρικού ιστορικού του. Πρόκειται όμως για μερικές από τις πιο προσωπικές πληροφορίες που διαθέτουμε.


Δεν γνωρίζουμε πώς θα εξελιχθούν αυτά τα συστήματα τα επόμενα χρόνια ούτε μπορούμε να προβλέψουμε όλες τις πιθανές μελλοντικές χρήσεις ή επιπτώσεις της συγκέντρωσης τέτοιων πληροφοριών. Θεωρώ λοιπόν ότι τόσο οι ασθενείς όσο και οι γιατροί θα πρέπει να γινόμαστε όλο και πιο προσεκτικοί σχετικά με το ποια δεδομένα υγείας μοιραζόμαστε και πού. Η επιφύλαξη αυτή δεν αφορά μόνο την ιδιωτικότητα με τη στενή έννοια. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε σήμερα εάν και με ποιον τρόπο τέτοιες πληροφορίες θα μπορούσαν στο μέλλον να επηρεάσουν τη σχέση ενός ανθρώπου με ασφαλιστικούς οργανισμούς, συστήματα υγείας ή άλλους φορείς.


Κατά έναν ενδιαφέροντα τρόπο, η ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης ίσως κάνει ακόμη πιο εμφανή την αξία της σωστής Τηλεϊατρικής. Ο ασθενής διατηρεί την ευκολία της εξ αποστάσεως παρακολούθησης και μπορεί να συζητήσει τις εξετάσεις και τις μετρήσεις του χωρίς μια άσκοπη μετακίνηση. Στην άλλη πλευρά της οθόνης, όμως, βρίσκεται ένας γιατρός που γνωρίζει το ιστορικό του, έχει επιστημονική και επαγγελματική ευθύνη απέναντί του και δεσμεύεται από το ιατρικό απόρρητο. Και μπορεί να αναγνωρίσει τη στιγμή κατά την οποία η τηλεϊατρική δεν αρκεί και χρειάζεται κλινική εξέταση.


Στο προηγούμενο άρθρο μου είχα καταλήξει ότι η Ιατρική δεν θα πρέπει να χάσει την ανθρωποκεντρική της κατεύθυνση για χάρη οποιασδήποτε ηλεκτρονικής εξέλιξης. Εξακολουθώ να το πιστεύω. Αυτό που βλέπω ίσως διαφορετικά σήμερα είναι ότι η τεχνολογία και η ανθρώπινη επαφή δεν χρειάζεται να βρίσκονται σε αντίθετες πλευρές. Η τηλεϊατρική μπορεί να αποτελεί μέρος της κανονικής ιατρικής παρακολούθησης και η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο, αρκεί η ευκολία που προσφέρουν να μη μετατραπεί σε υποκατάστατο της ιατρικής φροντίδας.


Γιατί, είτε η συνάντηση γίνεται στο ιατρείο είτε μέσα από μια οθόνη, η Ιατρική εξακολουθεί να βασίζεται στη σχέση και την εμπιστοσύνη μεταξύ του ασθενούς και του γιατρού του.


Πηγές

 

 
 
bottom of page